Στην αλήθεια παράλυση ή παράδεισος;

Με το άρθρο μου Το αμάρτημα εναντίον του Αγίου Πνεύματος καταδεικνύω ότι πριν ένας άνθρωπος κάνει μια πράξη από τα λεγόμενα "αμαρτήματα", αναγκαστικά προσβάλλει το Άγιον Πνεύμα, το Πνεύμα της αληθείας, διότι, αυτό που θα κάνει του είναι απαραίτητο να το παρουσιάσει στον εαυτό του σαν κάτι πού δικαιούται να το κάνει είτε είναι αναγκασμένος, επικαλούμενος "ανωτέρα βία", και έτσι να το δικαιολογήσει. Στο παρόν άρθρο, το θέμα τούτο επεκτείνεται και γενικεύεται για όλα και όχι μόνο για τα θεωρούμενα ως "αμαρτήματα". Εύκολα διαπιστώνεται ότι: 

Δίχως κάποιο ψέμα (με την ευρύτερη έννοια της λέξης) δηλαδή δίχως κάποια αυταπάτη είτε κάποια απάτη είτε κάποια εξιδανίκευση, δίχως κάποια παραπλάνηση, διαλύεται η πλοκή κάθε μυθιστορήματος, διηγήματος, θεατρικού έργου, σεναρίου, για την ακρίβεια, δεν είναι δυνατόν να ξεκινήσει καν, μα και στη ζωή χάνεται σχεδόν κάθε κίνητρο για εγκόσμια δράση! Με βάση αυτά λοιπόν τίθεται το ερώτημα: 

Υπάρχει δράση δίχως κάποιου είδους ψέμα; — κι αν ναι, ποια μπορεί να είναι;

Τα πρόσωπα τα εξοικειωμένα με την φιλοσοφική σκέψη μπορεί να σκεφτούν μια άλλη μορφή του παρόντος ερωτήματος, ακόμη ευρύτερη: Δίχως εισβολή αυτού το οποίο στην φιλοσοφία αποκαλείται "ετερότητα", και εκδηλώνεται είτε ως άσκηση άμεσης βίας είτε έμμεσης πίεσης, ή, ως αντίσταση στην πίεση την οποία ασκεί το υποκείμενο, μπορεί να υπάρχει δράση, έστω με την ηπιότερη μορφή ως ενασχόληση, ως δραστηριότητα; 

Η επιφανειακή προσέγγιση του θέματος οδηγεί στην απλουστευτική απάντηση ότι: Δίχως κάποιας μορφής αντίσταση, η δράση στη ζωή όχι μόνο θα περιοριζόταν στην χωρίς κόπο ικανοποίηση των βιολογικών αναγκών, αλλά είναι αμφίβολο αν θα είχαν αναπτυχθεί σύνθετες μορφές ζωής όπως τα θηλαστικά. Μια τέτοια απάντηση θα κάλυπτε πλήρως το θέμα, αν η ζωή ήταν μια σύνθεση από βιολογικές λειτουργίες και τίποτε άλλο. Η ζωή όμως δεν είναι μόνο βιολογικές λειτουργίες, και το γεγονός ότι "το επί πλέον της ζωής" περιγράφεται συχνά με αυθαίρετες μυθοπλασίες και γεννάει τις λαϊκές εφαρμοσμένες μορφές των θρησκειών, δεν είναι λόγος για να θεωρούμε ότι "το επί πλέον της ζωής" είναι ανύπαρκτο. Αν δεν μπορούμε να καθορίσουμε με συγκεκριμένο τρόπο και υπαρξιακό περιεχόμενο "το επί πλέον της ζωής", είναι δυνατόν αλλά και απαραίτητο να επισημάνουμε τις κύριες εκδηλώσεις του. Για παράδειγμα, γνωρίζουμε εμπειρικά ότι όταν οι βιολογικές ανάγκες ικανοποιούνται δίχως κόπο, φουντώνει μια τελείως διαφορετική ανάγκη η οποία είναι αντιστρόφως ανάλογη της ανάγκης να ικανοποιηθούν οι βιολογικές λειτουργίες: το να έχεις ενδιαφέρον, το να μη βαριέσαι. Είναι λοιπόν παρατηρημένο στο πλήθος των ανθρώπων ότι όσο πιο άνετη είναι η ζωή τους τόσο περισσότερο βαριούνται. Ας εξετάσουμε την περίπτωση ενός "πρωτόγονου" ανθρώπου με το σώμα χορτασμένο και δίχως πόνο. Αυτός το να πάρει ένα κομμάτι ξύλο να το σκαλίζει, και ίσως να το βάφει, χωρίς να το κάνει διότι θέλει να φτιάξει ένα εργαλείο, δεν είναι σωστό να το αποδίδουμε στο "να διασκεδαστεί ο φόβος θανάτου", ή, "για φυλαχτό να διώχνει τα άγρια θηρία" — αρκεί η ανάγκη να έχει ενδιαφέρον, κοινώς, να μη βαριέται. Αυτό "το να μη βαριέται" συμμετέχει στη γέννηση των λεγόμενων "καλών τεχνών" ("άχρηστων" κατά την ορθόδοξη ορθολογική αντίληψη) πολύ περισσότερο από ό,τι νομίζεται, περισσότερο από "το υπαρξιακό πρόβλημα" και όλα τα ψυχολογικά απωθημένα τα οποία σχετίζονται με την νομιζόμενη ως κυρίαρχη τριάδα στις καλές τέχνες: γέννηση, έρωτας, θάνατος. Το πόσο άστοχα "λαμπερή" είναι μια τέτοια εξήγηση το κατανοούμε αν "βάλουμε στον λογαριασμό της ζωής" μια άλλη έννοια, στην οποία ταιριάζει ο τίτλος "η πιο πραγματική πραγματικότητα", διότι είναι η πιο δυνατή και κοντινή μας από κάθε άλλη: η φθορά! Δίχως τη συμμετοχή της φθοράς, ούτε η γέννηση ούτε ο έρωτας ούτε ο θάνατος φωτίζονται σωστά, και τα δυο πρώτα δεν θα είχαν τις περιπλοκές και τα προβλήματά τους και ιδίως τον δραματικό χαρακτήρα τους. 

Σε πρώτο άκουσμα το ακόλουθο φαίνεται άσχετο με το παρόν άρθρο μα δεν είναι:

Συμβαίνει, όχι σπανίως και δημόσια, να διαπληκτίζονται λεκτικά οπαδοί δυο διαφορετικών θρησκειών ή των λεγόμενων "αιρέσεων", υποστηρίζοντας εκείνο που θεωρούν ως "η απόλυτη αλήθεια". Σε αυτές τις περιπτώσεις ταιριάζει η εξής ζουμερή περιγραφή: Δυο γάιδαροι μαλώνουν στον ξένο αχυρώνα της αλήθειας!.. 

Οι περισσότεροι άνθρωποι φοβούνται κάθε μορφή αγνώστου, και ιδίως το λεγόμενο "κενό" το οποίο δεν έχουν βιώσει, τους είναι το πλέον άγνωστο από όλα, και το συσχετίζουν με κάτι το οποίο παράγεται από την τυφλή αντίστασή τους για να μη πέσουν στο μη βιωματικό αυτό "κενό": με την βαρεμάρα… Γι' αυτό, οι περισσότεροι άνθρωποι παραγεμίζουν τη ζωή τους με οτιδήποτε βρεθεί στον δρόμο τους, ώστε η ζωή τους να έχει κάποιο περιεχόμενο και να αποφύγουν το λεγόμενο "κενό". Όσο περισσότερο ένα πρόσωπο δεν μπορεί με οτιδήποτε να παράξει ενδιαφέρον, "να κάνει
παιχνίδι", και χρειάζεται εξωτερικά ερεθίσματα για να μη βαριέται, τόσο περισσότερο είναι και το ίδιο βαρετό και εξαρτώμενο από άλλους και άλλα. 

Τώρα μοιάζει σαν να ξεστρατίσαμε από το θέμα μας — και όμως όχι, διότι:

Οι λεγόμενες "καλές τέχνες" είναι το καταλληλότερο μέσο (εν δυνάμει, όχι αυτομάτως) για την παραγωγή ενδιαφέροντος με δράσεις που δεν προσβάλλουν την αλήθεια — παρ' όλο που γενικά θεωρείται ότι οι καλές τέχνες είναι "το βασίλειο της μυθοπλασίας". Βεβαίως, και οι καλές τέχνες, όπως όλα, είναι για τον άνθρωπο εργαλεία και τα αποτελέσματά τους εξαρτώνται κυρίως από την ποιότητα της χρήσης τους ως ψυχολογικά εργαλεία. Η εξήγηση της διαφοροποίησης της καλλιτεχνικότητας από κάθε τι άλλο είναι ότι: Στην τέχνη όχι μόνο είναι πιο εύκολο να δούμε ότι "το
ψέμα είναι ψέμα", το ιδανικό είναι φαντασίωση, αλλά και μας επιτρέπεται κοινωνικά και δημόσια να πούμε ότι είναι ψέμα δίχως να πληγώσουμε ψυχικά τον εαυτό μας είτε κάποια άλλα πρόσωπα, όπως αποφεύγεται αυτό να λέγεται στην κοινωνική ζωή στο πλαίσιο της άγραφης συμφωνίας "να μη λέμε κατάμουτρα τις αλήθειες που ενοχλούν". 

Τα καλλιτεχνικά έργα έχουν μια άλλη χαρακτηριστική ιδιότητα για την αντίληψη εκείνων των προσώπων που έχουν εκ γενετής μα και καλλιεργήσει τη δεκτικότητα με το συγκεκριμένο όργανο για την πρώτη φάση αντίληψης ενός καλλιτεχνικού έργου, και είναι κυρίως η όραση είτε η ακοή είτε αμφότερα, και για την δεύτερη φάση έχουν σχετική καθαρότητα στο συναισθηματικό τους κέντρο. Για τα πρόσωπα τα οποία πληρούν τις ανωτέρω προϋποθέσεις, τα καλλιτεχνικά έργα είναι "μαρτυριάρικα" και αποκαλύπτουν την ψυχική ποιότητα του καλλιτέχνη — δεν προσφέρονται για να
παριστάνεις ότι είσαι δήθεν κάτι άλλο. Επειδή όμως τις εκτεθείσες προϋποθέσεις αντίληψης των καλλιτεχνικών έργων διαθέτει μόνο μια μειονότητα του πληθυσμού (περίπου 10% και πολύ λέω) γίνεται μεγάλη σπέκουλα με τα καλλιτεχνικά έργα για να δίνονται παραπλανητικές εντυπώσεις και να κερδίζεται και δόξα και χρήμα. 

Με τα εκτεθέντα γίνεται κατανοητό ότι δράση δίχως προσβολή της αλήθειας μπορεί να γίνεται με τις καλές τέχνες, όμως αυτό δεν γίνεται αυτομάτως. Από τις καλές τέχνες, με τη μουσική ουδόλως κρύβεται η αλήθεια, διότι, η μουσική δεν έχει υλικό σώμα — σώμα της είναι χρόνος διαμορφωμένος σαν χώρος — και λειτουργεί με την περιοχή του εγκεφάλου όπου δεν κυριαρχούν τα λόγια και οι υπολογισμοί. 

Συμπερασματικά, για να μη προσβάλλεις την αλήθεια ζήσε όλη τη ζωή σου ως ένα προς δημιουργία έργο τέχνης, έτσι, αναγνωρίζεις ότι όλα είναι ρόλοι και φαινόμενα και δεν παγιδεύεσαι σε μια "ταυτότητα". Το διαρκές δώρο μιας τέτοιας ζωής είναι ότι δεν συγκρούεσαι με τους συμπαντικούς νόμους. Μπορείς να λειτουργείς ως αλήθεια όχι διότι υπάρχει "αντικειμενική πραγματικότητα" και την αναγνωρίζεις — σε σύμπαν που ρέει δεν υπάρχει κάτι τέτοιο απόλυτο — αλλά, διότι αντιλαμβάνεσαι δίχως αμυντικά φίλτρα. Αυτό είναι ο θηλυκός πόλος της αλήθειας — ο άλλος είναι: Αλήθεια είναι η αποκαλυπτική ενέργεια της συνείδησής σου επάνω στην πληροφορία όχι απλά για να δεις αν είναι αληθινή, μα για να δημιουργήσεις νέους φωτισμούς. 

Αστρογιάννης, μάγος στο ουράνιο τόξο, κατά κόσμον, Γιάννης Συμεώνογλου