Δυο διδακτικές ιστορίες με κοινό επιμύθιο

Γεγονός με τον μάγο Χουντίνι

Ο Χουντίνι είχε ειδικότητα στις αποδράσεις από οπουδήποτε τον έκλειναν, για παράδειγμα, βγήκε γρήγορα και από ένα κλειδωμένο μπαούλο που το είχαν ρίξει στη θάλασσα. Αλλά μια φορά δυσκολεύτηκε πάρα πολύ όταν τον έβαλαν στο κελί μιας γαλλικής φυλακής. Η ώρα περνούσε και ο Χουντίνι δεν εμφανιζόταν, οπότε οι άνθρωποι στο κεντρικό γραφείο της φυλακής όπου τον περίμεναν ανησύχησαν και διερωτήθηκαν μήπως έπαθε κάτι, ίσως μια καρδιακή προσβολή, διότι ο Χουντίνι τα κατάφερνε γρήγορα σε δυσκολότερα εγχειρήματα, γι' αυτό, πήγαν προς το κελί να δουν τι συνέβαινε, μα φτάνοντας εκεί είδαν την πόρτα να ανοίγει και τον Χουντίνι να βγαίνει πελιδνός και σχεδόν σκασμένος μετά τρεις ολόκληρες ώρες προσπαθειών.
Γιατί ο Χουντίνι δυσκολεύτηκε τόσο πολύ εκεί; Διότι είχαν ξεχάσει να κλειδώσουν την πόρτα! Σε όλα τα κόλπα του στην κλειδαριά δεν συναντούσε αντίσταση και αυτό σήμαινε γι' αυτόν ότι χρειαζόταν ένα άλλο κόλπο. Μόνο μετά τρεις ώρες από την κόπωση έπεσε πάνω στην πόρτα και την άνοιξε!..
Το πιο δύσκολο λοιπόν είναι η αντίληψη ότι η πόρτα (η δίοδος για γνήσια ζωή) είναι ανοιχτή, και περισσότερο από όλα φοβίζει το να είναι ήδη ορθάνοιχτη, καθώς φέρνει στο μυαλό την υποψία ότι περνώντας από αυτήν έχεις αληθινή ελευθερία – μέγας φόβος διότι αυτό συνεπάγεται την μέγιστη ευθύνη. 

Μια "απλή" ιστοριούλα

Ένας μπαμπάς και μια μαμά ένα πρωί αφήνουν το παιδάκι τους στην γιαγιά και στον παππού για δυο τρεις ημέρες. Παίξανε μέχρι το μεσημεριανό, καλά τα πήγαν και το απόγευμα, αλλά το βράδι που έβαλαν το παιδάκι για ύπνο αυτό άρχισε και κλαψούριζε:
– Θέλω τη μαμά μου. Φοβάμαι το σκοτάδι!
– Μα και στο σπίτι σας κοιμάστε στο σκοτάδι (λέει η γιαγιά).
– Ναι, μα εκείνο είναι το δικό μου σκοτάδι! 

Σου τονίζω το επιμύθιο από τις δυο ιστοριούλες :
Οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν στο δικό τους σκοτάδι και προσπαθούν ματαίως να παραβιάσουν μια ξεκλείδωτη πόρτα. 

Αστρογιάννης, κατά κόσμον Γιάννης Συμεώνογλου