Προσέγγιση της Οικογενειακής Θεραπείας



Υπάρχουν περιπτώσεις, στις οποίες είναι απαραίτητο η θεραπευτική παρέμβαση να γίνει στο σύνολο της οικογένειας ή τουλάχιστον στο παιδί το οποίο εκφράζει ένα έντονο σύμπτωμα και στους γονείς του ταυτόχρονα (αν δεν χρειάζεται να εμπλακούν και άλλα αδέρφια). Η μέθοδος προσέγγισης ακολουθεί το ολιστικό μοντέλο αντιμετώπισης της ψυχο-σωματικής υγείας.

Αυτό συμβαίνει διότι θεωρούμε την οικογένεια ως ένα ζωντανό οργανισμό, ο οποίος διαρκώς διακινεί ανάμεσα στα μέλη του ενέργεια και πληροφορίες. Η πληροφορία από μόνη της έχει επικοινωνιακό χαρακτήρα. Οι σχέσεις που αναπτύσσονται ποτέ δεν είναι τυχαίες, αλλά καθορίζονται από πεποιθήσεις που διατηρούνται σε συνειδητό ή ασυνείδητο επίπεδο. Η ψυχοσυναισθηματική κατάσταση των μελών της οικογένειας προκύπτει από το σύνολο των σχέσεων που αναπτύσσονται. Η οικογένεια ως σύστημα έχει την τάση να διατηρεί την ισορροπία της ή να τείνει προς την ανατροπή, όταν υπάρχει ανάγκη αναπροσδιορισμού. Οι αλληλεπιδράσεις των μελών της οικογένειας είναι εξίσου – αν όχι περισσότερο – σημαντικές από τα δρώντα μέλη. Θα ήταν πολύ φτωχή η κατανόηση της συμπεριφοράς ενός μέλους της οικογένειας ανεξάρτητα από την συμπεριφορά των άλλων. Γι’ αυτό και πολλές φορές, αντικείμενο της θεραπείας είναι το σύστημα των σχέσεων που αναπτύσσονται κι όχι οι συμπτωματικές συμπεριφορές των μελών που συνιστούν απλά ξεσπάσματα. 

Μια ασθένεια ή μια ψυχοσυναισθηματική ένταση σε κάποια μέλη είναι συμπτώματα που υποδεικνύουν ότι όλο το σύστημα χρειάζεται υποστήριξη. Επίσης, οι ασθένειες, ψυχικές ή σωματικές, που εκφράζονται, ενδέχεται να έχουν τη ρίζα τους σε βαθύτερα θέματα που «φέρει» το κάθε μέλος ξεχωριστά ή και περισσότερα μέλη ταυτόχρονα. Τα οποιαδήποτε συμπτώματα πρέπει να απενοχοποιούνται, όπως επίσης και τα μέλη που αναλαμβάνουν να τα εκφράσουν προκειμένου να εκτονώσουν την ανισορροπία. Ο άνθρωπος που φέρνει στην επιφάνεια ένα θέμα και χτυπάει ένα καμπανάκι, βγαίνει από τον ρόλο του «προβληματικού», διότι εκδηλώνει όχι ένα προσωπικό του πρόβλημα, αλλά ένα θέμα που αφορά σε όλο το σύστημα της οικογένειας. Δρώντας έτσι, δίνει ταυτόχρονα πληροφορίες ανατροφοδότησης για να ενημερώσει για το είδος του προβλήματος που υποβόσκει. Για παράδειγμα, ένα παιδί που «βρέχει» το κρεβάτι του το βράδυ ίσως υποδεικνύει φόβο προς τον πατέρα. Η εμφάνιση δυσλεξίας σε ένα παιδί συνήθως σημαίνει επικοινωνιακό χάσμα μεταξύ των γονέων το οποίο εκφράζεται ως αδυναμία συνεργασίας δεξιού και αριστερού εγκεφαλικού ημισφαιρίου ή, με άλλα λόγια, yin και yang. Οπωσδήποτε το να αποτελεί κάποιος μέλος ενός συγκεκριμένου οικογενειακού πλαισίου κάτι σημαίνει για τον ίδιο και για τις επιλογές της ψυχής του. Ο καθένας ξέρει το που έχει ανάγκη να βρεθεί και τι έχει ανάγκη να μάθει εκεί όπου θα βρεθεί. 

Σε αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί ότι η ενεργειακή «προίκα» που ο κάθε άνθρωπος κουβαλάει στην αύρα του είναι τόσο ισχυρή που επηρεάζει το γενετικό υλικό. Η επιρροή αυτή, αν δε θεραπευτεί, καταλήγει να τρέχει στις οικογένειες (σχεδόν αναγκαστικά, υποδεικνύοντας ότι υπάρχει κάποια πληροφορία την οποία οι φορείς οφείλουν επιτέλους να συνειδητοποιήσουν για να την απελευθερώσουν) και να εμφανίζεται ως τάση ή ευπάθεια. Οι παραπλήσιες ασθένειες που εμφανίζονται στα μέλη μιας οικογένειας έχουν συνήθως να κάνουν με παρόμοια συστήματα, όργανα και σε τελική ανάλυση τσάκρα και πληροφορίες.  

Εν τέλει, παραδεχόμαστε ότι δεν είμαστε αποτελεσματικοί με το να διαχειριζόμαστε μια ασθένεια μόνο αντιμετωπίζοντας τα συμπτώματά της. Οφείλουμε να ακολουθήσουμε το πρόβλημα μέχρι να εντοπίσουμε την ρίζα του και αυτήν την τελευταία να αφανίσουμε. Εγκαταλείπουμε την αντίληψη της γραμμικής αιτιότητας. Υιοθετούμε πλέον μια ολιστική και σχεσιακή αντίληψη του κόσμου και παρεμβαίνουμε οριστικά. 

Μαρδάκη Όλγα